Ψηφίδες από τη ζωή στα Αρφαρά: Η  απόφαση (Διήγημα)

Εκείνος ο Νοέμβριος του ’58 κύλαγε βροχερός στην περιοχή των Αρφαρών, φούσκωσε καλά ο τόπος, το ποτισμένο χώμα των σιταροχώραφων παραδόθηκε μαλακωμένο στη σπορά και στο όργωμα. Ο Παναγιώτης, το ψιλόλιγνο δεκαοκτάχρονο παλικαράκι του συγχωρεμένου  του Αλέξη Γιαννόπουλου, έφθασε με το ξημέρωμα στην « Ασπρηχώρα ». Το όργωμα σήμερα προβλεπόταν ιδιαίτερα δύσκολο. Πολύ κατωφερές το χωράφι, μεγάλη η κλίση του, να «σου λιανίζονται τα κόκκαλα » και στη σπορά και στο θέρο. Και όχι μόνο αυτό, αλλά κατέληγε και σε γκρεμό. Γκρεμό βραχώδη, απότομο και φοβιστικό. Έτσι, για να σου υπενθυμίζει συνέχεια ότι ένα γλίστρημα, ένα αχάμνυμα του λογισμού και «πας καλιά σου»,  χάθηκες!  Μα ούτε λόγος να μείνει χέρσο το χωράφι, η προοπτική του γεμάτου με σιτάρι κασονιού στο κατώι ήταν απαραίτητη εγγύηση ασφάλειας και αδιαμφισβήτητη μονάδα μέτρησης του εκτοπίσματος του νοικοκυριού, όχι μόνο για τη δική του οικογένεια, αλλά για όλες τις οικογένειες του χωριού.

Ξεκαβαλίκεψε με ένα σάλτο στη βραγιά ο Παναγιώτης και έζεψε σβέλτα τα μουλάρια του. Μαθημένα από χρόνια αυτά, συνεργάζονταν υπομονετικά, κουνώντας αργόσυρτα τις ουρές τους και φρουμάζοντας μαλακά. Στερέωσε γερά στην αλετροπόδα το σταβάρι ρυθμίζοντας τη γωνία και το ύψος από τη σπάθη, στερέωσε το υνί, σύνδεσε το αλέτρι με το ζυγό, έσιαξε τα λουριά και τις ζέβλες, τις στερέωσε στο λαιμό των ζώων πιάνοντάς τις από τις λαιμαριές, έλεγξε τις αλυσίδες, έσκυψε στην άκρη που είχε ακουμπήσει τα σαμάρια και τα υπόλοιπα χρειαζούμενα, ήπιε μια δυο γουλιές νερό από το φλασκί, έτσι για την ιεροτελεστία, ζαλώθηκε τον τορβά με τον καρπό, τον έριξε σπαρτά σε μια σποριά τόπο, έπιασε τέλος από κάτω το καμουτσίκι, έριξε μια πανοραμική ματιά στον τόπο γύρω και « εεεε  έεεπ! » έδωσε στα ζώα το σύνθημα εκκίνησης.

Πολύ του άρεσε του Παναγιώτη η ώρα εκείνη, τον εύφραινε βαθιά το μαλακά διαχεόμενο φως στον ορίζοντα πίσω από τον ορεινό όγκο της Ευρωστίνης,  η απρόσκοπτη θέα των χωραφιών από την πλαγιά, η δροσερή υφή του παλλόμενου αέρα στο μέτωπο και η μυρωδιά πάνω από όλα, άρωμα βαθύ φρεσκοσκαμμένου νωπού χώματος, καθησυχαστική ευωδιά κόρφου μητρικού: «Μη σε νοιάζει» ψιθύριζε στο ζευγολάτη η γη, «εγώ είμαι εδώ, δε σε αφήνω να πεινάσεις…»! Κι αποξεχάστηκε ο νεαρός να ακολουθεί πίσω από τα ζώα το αλέτρι, κρατώντας γερά με το ένα του χέρι τη χειρολαβή, ώστε να μένει το αλέτρι στη θέση του και με το άλλο τα χαλινάρια, ώστε να κατευθύνονται τα δυο καματερά. Πότε πότε κουνούσε στον αέρα το καμτσίκι, συχνά πυκνά τραβούσε το υνί να το ξεκολλήσει από το χώμα- το χώμα ήταν βαρύ από την πρόσφατη βροχή και σβόλιαζε. Θα έπρεπε να ήταν καλύτερα στραγγισμένο, μα δεν υπήρχε χρόνος για άργητα, με τις πολλές βροχές είχε μείνει πίσω η σπορά. Άλλοτε πάλι έσκυβε  να  ξύσει   τα χώματα από το υνί, ή να πετάξει καμιά μεγάλη πέτρα στην άκρη κι οπωσδήποτε να καθαρίσει τις αρβύλες του από τη λάσπη –όταν κολλούσε πολλή, το περπάτημα βάραινε επώδυνα και το αριστερό του ισχίο δεν ήταν για μεγάλη ταλαιπωρία. Δυο χρόνια πριν οικονόμησε μια βαριά ισχιαλγία, από το όργωμα πάλι. Έφτανε ο ζευγολάτης με το ζευγάρι έως την άκρη του χωραφιού δημιουργώντας μια βαθιά αυλακιά καρπερού ασπροχώματος, ξαναγύριζε προς τα πίσω, ο σπόρος σκεπαζόταν με το χωμάτινο πάπλωμα, πετούσαν τρομαγμένα τα σπουργίτια που ακολουθούσαν με επιμονή πεινασμένου, αβγάτιζαν τα αυλάκια, ίδρωναν και ξεΐδρωναν τα ζώα, ο ήλιος  είχε πλέον σηκωθεί, ίδρωνε κι ο Παναγιώτης, έσιαζε το σκουφί του πιο καλά στο κεφάλι  και συνέχιζε μηχανικά τη σπορά απορροφημένος στις σκέψεις του.

 Εδώ και πέντε μήνες που τέλειωσε το σχολειό, αναπαμό το μυαλό του δεν έβρισκε.  Αποβραδίς αποκοιμιόταν ησυχασμένος. « Το αποφάσισα, θα δώσω εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο! Δεν είναι ο κάματος του αγρότη η αγάπη μου, τα  γράμματα αγάπησα, καρδιά δε μου κάνει να τα εγκαταλείψω» Και μεταξύ ύπνου και ξύπνου άγγιζε ανιχνευτικά το εσωτερικό της παλάμης τού ενός χεριού με τα ακροδάχτυλα του άλλου. Όλο ρόζοι και φουσκάλες. Το δέρμα σκληρό, τσαρούχι. Και ήταν μόλις δεκαοκτώ. « Το πρωί θα κάμω την κουβέντα στη μητέρα. Θα της κακοφανεί στην αρχή, μα με τον καιρό…» Και τον έπαιρνε γλυκά ο ύπνος με ένα ανακουφισμένο μειδίαμα στο πρόσωπο και τη φαντασίωση περιποιημένων μαλακών χεριών που γυρνούν προσεκτικά τις σελίδες βιβλίων.      

  • Φωτογραφία;Βασιλική Γιαννοπούλου

Το πρωί το μυαλό του γύρναγε. Η μάνα, σηκωμένη αχάραγα είχε ήδη  αναπιάσει το ψωμί,  είχε παχνίσει τα ζωντανά, του έβαζε στο τραπέζι μπροστά του τον καφέ και μια γερή φέτα αλειμμένη με πετιμέζι κι ετοίμαζε το ταγάρι με τα χρειώδη για κοντά. Ο Παναγιώτης παρατηρούσε τη γερασμένη μαυροντυμένη της φιγούρα, το άχαρο μακρύ κουμπωμένο σφιχτά στη λαιμόκοψη και στους καρπούς φουστάνι, τις μαύρες αδιαφανείς ως επάνω κάλτσες που έβαζε χειμώνα-καλοκαίρι, τη ρεμμένη μουντή πελερίνα στους ώμους (κάποτε, πριν βουτηχτεί στο λεβέτι με το καρυδόζουμο, είχε το γλυκό χρώμα ρωμαλέου ελιόφυλλου), έριχνε το βλέμμα του στη σφιχτοδεμένη γύρω από το κεφάλι θλιβερή μαντίλα -ενθύμια όλα απ’ τα αλισβερίσια του συζύγου και τριών από τα επτά παιδιά της με το θάνατο- και την ώρα εκείνη η βραδινή του απόφαση να της κουβεντιάσει για φευγιό αγκυλωνότανε κομπιαστικά στο λαιμό του.

Έστρεφε κατόπιν αθέλητα το βλέμμα στη μεγάλη καδραρισμένη φωτογραφία στον τοίχο απέναντι, του φαινόταν ότι έβλεπε ανεπαίσθητη θλίψη στου πατέρα το βλέμμα «Που πας;» σα να του ‘λεγε, «τι θα γένει το Γιαννοπουλαίικο το βιος; Δέκα χρόνια πάλευα στο σιδερόδρομο της Αμερικής για να το αβγατίσω, τι θα γένει το σπίτι μας το Γιαννοπουλαίικο; το ξέρεις, άλλος γιος δε μου μένει να διαφεντέψει τα κόπια μου και των προγόνων μου τα κόπια!»

Θα είχε οργώσει το μισό χωράφι, ο ήλιος είχε μεσουρανήσει σχεδόν, τα μπράτσα και τα πόδια του έτρεμαν από την κούραση, τα ζώα αγκομαχούσανε να βγάλουν τη ζυγιά. Στην άκρη του χωραφιού ήταν μια αγριαχλάδα, οδήγησε εκεί τα ζώα, τα ξέζεψε, έριξε στην πλάτη τους από ένα παλιό σάισμα, υφασμένο από γίδινη τρίχα, να μην κρυώσουν ιδρωμένα καθώς ήταν, τους έβαλε μπροστά τους λίγο καρπό, κριθάρι, για φιλοδώρημα. Κάθισε με τη σειρά του στην πέτρα κάτω από το δέντρο, έβγαλε να πιεί και να πάρει δυο χαψιές, ξεφύσηξε. Η ώρα πέρναγε, δεν τον απαγιάνταγε να χασομερήσει περισσότερο,  άρχισε το όργωμα ξανά. Ο Γορίλας, το πιο μικρόσωμο κανελί μουλάρι, τσίνισε λίγο μα υποτάχτηκε στο ζυγό, καλόβολος πάντα του και συνεργάσιμος, πλην όμως αχαμνός κι αδύναμος,  ο Μούργος είχε άλλη διάθεση, χλιμίντρισε δυο τρεις φορές εκνευρισμένος, ανασήκωνε το κεφάλι για να αποφύγει τη λαιμαριά, σηκώθηκε απειλητικός στα πισινά του πόδια. Συνηθισμένος να αντιμετωπίζει με υπομονή τη δυστροπία του, ο Παναγιώτης τον κατάφερε τελικά, το υνί μπήχτηκε στο χώμα, νέα αυλακιά ξεκίνησε, ο Παναγιώτης ακολουθούσε ενθαρρύνοντας κάθε τόσο τα ζωντανά του « Ντεεεεε Γορίλα, Ντέεειιι Μούργο».

Του άρεσε να ακολουθεί τα ζώα μηχανικά, εύρισκε την ευκαιρία να ονειροπολεί δίχως καμιά ενοχή, φαντάζονταν τάχα πως βρισκόταν στα έδρανα μιας κατάμεστης, ψηλοτάβανης,  δροσερής αίθουσας, δίχως τον ήλιο να του τσουρουφλάει το σβέρκο, δίχως τη λάσπη να του κολλάει ασήκωτη στις αρβύλες. Ήταν καθισμένος τάχα σε ένα βολικό κάθισμα, η μέση τώρα δεν πονούσε, ο καθηγητής μπροστά στον πίνακα εξηγούσε με πάσα σοβαρότητα τη λειτουργία των οργάνων του σώματος, ο ίδιος κρατούσε αδιάκοπα  σημειώσεις. Μετά, στην κάμαρή του, που διέθετε και λάμπα ηλεκτρισμού, έσκυβε με δέος στο χοντρό ιατρικό βιβλίο να διαβάσει. Και μάθαινε, μάθαινε… και κατανοούσε επιτέλους τα θαύματα της λειτουργίας του οργανισμού!

Η κουραστική ζυγιά έφτασε στο τέλος της, είχε λαχανιάσει, τα ζώα γόγγυζαν, έστριψε το αλέτρι να αντιστραφεί η φορά της άροσης, στη στροφή ο Μούργος τσίνησε, τίναξε ενοχλημένος το κεφάλι, ο Παναγιώτης του έριξε μια με το καμτσίκι στα καπούλια, νόμισε πως τον υπέταξε, άρχισε να οργώνει αντίστροφα, ο Μούργος άρχισε γρήγορο τροχασμό θυμωμένος, ο Γορίλας συμπαρασυρόταν, το υνί βουτούσε στον αέρα αντί στη γη, ο Παναγιώτης πάσχιζε να αποτρέψει την τρεχάλα, έμπηξε το υνί στη γη να σταματήσουν τα ζώα, οι φλέβες στα μπράτσα του φούσκωναν να σπάσουν.  Οι φλέβες δεν έσπασαν, έσπασε η αριστερή αλυσίδα του ζυγού. Πήγε ασθμαίνοντας στη βραγιά, έφερε τα εργαλεία, έσκυψε να διορθώσει την αλυσίδα, από την κόχη της μύτης του ο ιδρώτας έσταζε στα χέρια, τη διόρθωσε, έδωσε εκ νέου πρόσταγμα  εκκίνησης, το χάραγμα της αυλακιάς συνεχίστηκε, αυτός ακολουθούσε.

Του ήρθε στο νου μια σκηνή από την Κυριακάτικη Λειτουργία. Σαν απόλυσε η εκκλησιά και έφυγαν οι περισσότεροι, ξέμεινε πίσω η νύφη του Διονυσόπουλου με την πεθερά της και τα τέσσερα κοριτσάκια της. Πλησίασε η πεθερά τον παπά, του ψιθύρισε, ένευσε συγκαταβατικά ο παπάς, στάθηκαν οι γυναίκες μπροστά του,

Τα μουλάρια σέρνονταν, σήκωσε το καμτσίκι στα καπούλια τους…

τα κοριτσάκια, δύο, τριών, πέντε κι εξήμισυ χρονών κοίταζαν δειλά και περίεργα, έβαλε η νύφη στην κοιλιά το χέρι, διάβασε ο παπάς την ευχή, να γεννηθεί επιτέλους σερνικό στην οικογένεια! Να πάψει πια η κακοτυχιά, να βγει ο νέος Διονυσόπουλος! Ξενίστηκε ο Παναγιώτης.

Ένας χοντρός σβόλος χώμα τον πεδίκλωσε, έχασε προσωρινά την ισορροπία του, ο Μούργος κάρφωσε πεισματικά τα πόδια του στη γη, το αγόρι ισορρόπησε, τράβηξε δυνατά τα χαλινάρια…

Γνώριζε βέβαια την επιθυμία αρρενογονίας των οικογενειών. Γνώριζε και την ενοχοποίηση των γυναικών που γεννούσαν πολλά κορίτσια. Είχε προσέξει κάμποσες φορές ένα αίσθημα θριάμβου στην έκφραση νεαρών μητέρων που κράταγαν στην αγκαλιά το «σερνικό» και ένα αίσθημα ανησυχίας στις οικογένειες με τα πολλά κορίτσια!

Έσκυψε, έξυσε το υνί από τα χώματα, καθάρισε και τις αρβύλες του, που από τη λάσπη ζύγιζαν δυο οκάδες η μια…

«Λες να την τυράνναγε και τη μάνα του η εμμονή απόκτησης αρσενικού απογόνου; Αφότου έχασε τα δύο πρώτα της παιδιά που ήταν αγόρια, ακολούθησε η γέννηση τεσσάρων κοριτσιών κι ελπίδα για το γιο δεν υπήρχε, μια που είχε ξεπεράσει τα σαράντα πέντε. Λες, όταν – από θαύμα θαρρείς- τον γέννησε στα σαράντα επτά της, να εναπέθεσε στην παρουσία του -ως να επρόκειτο για καταθετικό λογαριασμό υπαρξιακής αυτοεπιβεβαίωσης-  τα μοναδικά της συναισθήματα  πληρότητας και ασφάλειας»;

Το υνί βρήκε σε πέτρα, τα μουλάρια τινάχτηκαν, το απότομο σφίξιμο του χαλινού έκανε να σκάσει η μεγάλη φουσκάλα στη βάση του παράμεσου, τον έτσουζε…

«Μπα, όχι! Δεν είχε φτώχεια στην ψυχή η μάνα του! Τις προάλλες, που παρατηρώντας τον περίσσιο κόπο που κατέβαλλε για τις κόρες της, μια περαστική συγχωριανή « Αει, μωρή καψο-Βασίλω» της έκανε «λες πως θα ματαλάβεις τις καλοσύνες που κάνεις στις τσούπες σου!»- «Άκου να σου ειπώ»! αντέτεινε η μάνα του « Δεν καρτερώ να ματαλάβω τις καλοσύνες, η αγάπη πάει τα μπρος, δεν τηράει πίσω η αγάπη»!»

Ο Γορίλας, ξεθεωμένος και αχαμνός δεν «τράβαγε», όλο ξέμενε, ο Μούργος έσερνε ξοπίσω του  νευρικά και το αλέτρι και το άλλο ζωντανό, ο Παναγιώτης ίδρωνε να δώσει το ρυθμό…

«Κι αν έφευγε, τι θ’ απογίνονταν οι σταφίδες, τι οι ελιές, ποιος θα όργωνε, ποιος θα κλάδευε, ποιος θα ξελάκωνε, ποιος θα σκάλιζε, ποιος θα θέριζε, ποιος θα αλώνιζε;»

-Ντέιιιι Γορίλα! Ντέιιι Μούργο!

Ο Μούργος έξαφνα πήρε μισή στροφή και βάλθηκε να τρέχει δαιμονισμένος τον κατήφορο κατά το γκρεμό. Ο Παναγιώτης ακαριαία έμπηξε  βαθιά στη γη το υνί να φρενάρει το επαναστατημένο ζωντανό, έσπασε η δεξιά αλυσίδα, στάση ξανά, επιδιόρθωση, ξεφύσημα, σκούπισμα του ιδρώτα από το κούτελο με την ανάστροφη του μανικιού.

-Ντέεεεεει, χώωωπ!

«Τάχατες οι εργάτες δε θα την γέλαγαν τη μητέρα του; Όσο και να είχαν την ανάγκη να τής δουλέψουν, όσο και να τους περιποιούνταν φιλεύοντάς τους κατσαρόλες γιαχνί μπακαλιάρο  και νταμιτζάνες κρασί στο μεσημεριανό τους φαγητό…»

Η ανάσα του πιάστηκε, οι φλέβες εφούσκωσαν, θαρρείς να τιναχτεί λάβα το αίμα, τα μούσκουλά του τανήθηκαν στην προσπάθεια συγκράτησης του Μούργου που έτρεχε προς τον κατήφορο ξανά,  οι αλυσίδες ξανάσπασαν.

-Ντιιιιιιιιιι. Ώωωπ! Ντιιιιιιιιι. Ώωωπ!

«Χήρα γυναίκα, απροστάτευτη, ευάλωτο μέλος της κοινωνίας, καραδοκούσαν σαν τα όρνια οι κάθε λογής πεινασμένοι…»

Τα μουλάρια έτρεχαν στον κατήφορο, ο γκρεμός πλησίαζε απειλητικός, ο Παναγιώτης άσθμαινε, η αλυσίδα ξανάσπασε.

«Κι αδερφή του η Φωτούλα, ανύπαντρη ακόμη κι όμορφη σα θαλερό λουλούδι της άνοιξης, τάχατες δε θα κινδύνευε από τον αντρικό καιροσκοπισμό;»

Ο Μούργος ξανακάρφωσε τα πόδια στη γη, άρπαξε πάλι μια γερή στα πισινά, τρεχάλα στον κατήφορο πάλι, ο Παναγιώτης παραπάτησε, ίσα που πρόλαβε να μπήξει το υνί στη γη προτού πέσει με τα μούτρα παραδίπλα, σηκώθηκε, δοκίμασε να ξεκουράσει για λίγο τα ζωντανά, έπεσε κι ο ίδιος ξεθεωμένος στον ίσκιο της αχλάδας.

Έτρεμε ολόκληρος, σωνόταν κι έσβηνε, έχυσε νερό στο μέτωπο, γύρισε τη μποτίλια και ήπιε άτσαλα, έκλεισε τα μάτια. Ήρθε μπροστά στα σκοτεινιασμένα του βλέφαρα η αδερφή του, η Αριστούλα, τον καιρό που έσβηνε στο ντιβάνι στην κάμαρη, ετών δεκαεπτά, κάτισχνη, ανήμπορη να σαλέψει, ανήμπορη να ανασάνει, ανήμπορη να ανοίξει τα μάτια ώστε να δει τον τρομερό πόνο της αγάπης στο βλέμμα του.

Σηκώθηκε, η μέρα σωνόταν, μια σποριά ακόμα και θα τέλειωνε. Ξανάζεψε τα ζωντανά, ο Μούργος χλιμίντρισε εχθρικά.

«Τάχα, άμα γινόταν γιατρός, η μάνα του δε θα ήταν περήφανη; Άμα κατάφερνε να γιάνει μερικές από τις Αριστούλες του ντουνιά, δε θα ήταν αυτό επαρκές αντιστάθμισμα των συνεπειών της απομάκρυνσής του;»

Ο Γορίλας τρικλοπόδισε, ο Μούργος αφήνιασε, ο βράχος πλησίασε χάσκοντας απειλητικός…

 « Η αγάπη τηράει τα μπρος, Παναγιώτη! Σύρε από εδώ, παιδί μου, σύρε μήπως και ζήσεις ανθρωπινά, σύρε και πέτα τα μπρος το σπόρο της αγάπης που σου έδωσα»!

Ο Π.Γ στο γραφείο του, στο νοσοκομείο “

Συγγραφή διηγήματος: Σοφία Αποστολοπούλου

Σημείωση: Το διήγημα είναι βασισμένο στο αυτοβιογραφικό έργο «Απ’ το αλέτρι στο νυστέρι»  του Αρφαραίου χειρουργού Παναγιώτη Γιαννόπουλου, που γεννήθηκε το 1940 και μεγάλωσε στους Αμπελοκήπους, έγινε χειρουργός με βασική ειδίκευση στις παθήσεις οισοφάγου και αναρριχήθηκε πολύ ψηλά στην κλίμακα της ιατρικής ιεραρχίας.

Μνήμες από το πρώτο μισό του 20ου αιώνα: Η προίκα

Υφαντή πάντα του 1930
  • Χιλιόκομπα, χιλιόδεμα, χίλια θα πεις, να τα  βρεις.
  • Τι είναι;

Είναι τα μιτάρια  (εξάρτημα του αργαλειού).

Σε μια οικογένεια τα κορίτσια θεωρούνταν “γραμμάτια”, γιατί χρειαζόταν προίκα, για να παντρευτούν: χρήματα, διάφορα κτήματα, αμπέλια χωράφια, λιοστάσια και επιπλέον ρουχισμό,  παπλώματα, κουβέρτες, κιλίμια και ψιλικά, σεντόνια, πετσέτες, εσώρουχα για τον εαυτό τους και για τον σύζυγο, ακόμη έπιπλα για το σπίτι, καναπέδες, καρέκλες, καθρέφτες και οπωσδήποτε μπαούλα και χαλκώματα. Από τη στιγμή σχεδόν που γεννιόταν ένα κορίτσι, κυρίως η μητέρα, αλλά και η γιαγιά άρχιζαν να μαζεύουν τα προικιά του. Οι κεντήστρες έκαναν χρυσές δουλειές. Όσο για τα χοντρόρουχα, τα ύφαιναν με νήματα στα σπίτια τους στον αργαλειό. Η ρόκα με το αδράχτι και το σφοντύλι αποτελούσε την αχώριστη συντροφιά της γιαγιάς. Τα νήματα τα έβαφαν με χρώματα που τα αγόραζαν από τα καταστήματα. Για να επιτύχουν ανοιχτές αποχρώσεις, χρησιμοποιούσαν, αντί για χρώματα, άχυρα ή κρεμμυδόφλουδες, τα οποία τα έβραζαν στα καζάνια και στο υγρό έβαφαν τα νήματα. Για να επιτύχουν ένα γλυκό κανελί χρώμα, χρησιμοποιούσαν καπνιά από το τζάκι. Ύφαιναν ακόμη και με βαμβακερά νήματα, που τα αγόραζαν έτοιμα για σεντόνια, ρόμπες, αντρικά πουκάμισα. Γι’ αυτό τα σπίτια ήταν μικρά εργαστήρια. Κι όλα αυτά από γυναικεία χέρια.

Έτσι οι γυναίκες με τα τόσα που είχαν να κάνουν δεν εύρισκαν ούτε στιγμή ν’ αφιερώσουν στον εαυτό τους. Πίστευαν πως αυτή ήταν η μοίρα τους. Δεν ήξεραν, δεν μπορούσαν, δεν ήθελαν να διαμαρτυρηθούν, γιατί όλες σχεδόν ήταν αγράμματες. Συμμόρφωση, λοιπόν, και υποταγή στη θέληση του πατέρα, του αδελφού, του συζύγου ήταν ο δρόμος τους. Ήταν, βέβαια, η παράδοση γενιά τη γενιά. Ποιος θα μπορούσε να πάει κόντρα;

Απ’ όλες αυτές τις εργασίες η πιο δύσκολη ήταν ο αργαλειός. Γι’ αυτό έλεγαν: “Το κέντησμα είναι γλέντησμα, η ρόκα είναι σεργιάνι κι αυτός ο έρμος αργαλειός είναι σκλαβιά μεγάλη”. Κάπου- κάπου, για να σπάσει το μονότονο “ τάκου-τάκου” του αργαλειού, χυνόταν κανένα τραγουδάκι απαλό, σιγανό, νυφιάτικο πολλές φορές. “Η ωραία Αιγιώτισσα”, “Το καλαματιανό μαντίλι”, το “Σήμερα  γάμος γίνεται…” ήταν στην πρώτη θέση.

Σχέδια, χρώματα, τέχνη δημιουργούσαν αληθινά καλλιτεχνήματα. Τα προστάτευαν από τις ορέξεις του σκόρου με ναφθαλίνη και με κλαδάκια δάφνης. Την Πρωτομαγιά τ’ άπλωναν στα μπαλκόνια και στα σκοινιά για τα πλυμένα ρούχα, για να αεριστούν και να τρομάξουν …τον σκόρο. Η προσμονή για ένα καλό γάμο για τις κόρες όλο και φούντωνε. Καλορίζικα!

Σύνταξη κειμένου: Μαρία Αποστολοπούλου-Κοντού

Ψηφίδες από τη ζωή στα Αρφαρά: Η λουλουδάτη ρόμπα

Η γριά Δημητρώ, η Χρηστογιώργαινα, είχε παντρευτεί δύο φορές, στο χωριό της, τη Βαλιμή τη μια, με το Χρήστο του παπα-Φώτη, που τον χτύπησε η φυματίωση και την άφησε με ένα μωρό στην αγκαλιά και τη δεύτερη με το Γιώργη, στα Αρφαρά, που ευτύχησε να είναι μακρόβιος.  Η γριά λοιπόν η Δημητρώ, δεν είχε στασιό τελευταία.

Εδώ και πέντε μήνες που έφθασε το γράμμα, ξανάνιωσε θαρρείς, ελάφρυνε κι από τα χρόνια της και από τους λογισμούς της. Τι ανέλπιστο μαντάτο ήταν αυτό! Η προσμονή ασυγκράτητη, φουσκωμένος χείμαρρος δυνατής νεροποντής, τη συνέπαιρνε και σύγκορμη και σύψυχη! Επιτέλους θα ερχόταν! Μετά από είκοσι τρία ολόκληρα χρόνια. Κι όχι μόνη, οικογενειακώς. Θα την έβλεπε, θα την άγγιζε, θα ένιωθε τη θέρμη της,  θα άκουγε πάλι τη φωνή της! Θα  γίνονταν πρώτη φορά η γνωριμιά με το γαμπρό της, θα αγκάλιαζε τα εγγόνια της που δεν τα είχε ξαναδεί.  Είκοσι τρία χρόνια. Τώρα η Κατίνα της θα ήταν σαράντα τεσσάρων. Μια ώριμη κυρία. Αληθινή κυρία, με χέρια απαλά και πεντακάθαρα -όχι σαν τα δικά της τα καταγεμάτα ρόζους και σκασίματα! Θα διατηρούνταν άραγε στην έκφρασή της, στο βλέμμα της, στο γέλιο της, στη χροιά της φωνή της, στη στάση του σώματος, στην κίνηση  κάτι από το κορίτσι που ξεπροβόδισε για την Αυστραλία με πόνο καρδιάς το πενήντα;

Και στριφογυρνούσε με χαρούμενη έξαψη σε ένα δικό της χορό, εσωτερικό, προετοιμασιών και σχεδίων η Δημητρώ « Μωρέ, ευτυχώς που η προβατίνα μας έκανε τρία αρνιά φέτος, λες και το ήξερε!… Να μην ξεχάσω που θα περάσω από τις Σταλίστρες να κόψω δυο δεμάτια αφάνες, το σάρωμα του δρόμου έχει φαγωθεί  …Α και να πω του Γιώργη να βάλει ένα μπάλωμα στην τσερέπα, έλιωσε από πάνω και θα πέσει στάχτη στο μαγέρεμα… Α και τα τουτουμάκια πρέπει να γένουνε  νωρίς φέτος, να είναι λέφτερα τα κρεβάτια σαν έρθουν τόσοι νοματαίοι… Ας σκάψω βαθύτερα το περιβόλι, πιότερο να αφρατέψει το χώμα του, να προκόψουν τα λαχανικά… Α και να  ζητήσω  γάλα από τη Δήμαινα και από την Ουρανιά, να αβγατίσει το δικό μας, να πήξω περισσότερο τυρί φέτος…   Μα σα να άκουσα τον καρεκλά στην πλατεία, ας του πάω τη χαλασμένη καρέκλα να της αλλάξει το ψαθί… Και να κάμω ένα πρόσφορο για την ανάπαψη του Χρήστου, σα μας βλέπει, χαρά θα ‘χει κι αυτός από κει πάνου… Και μην το λησμονήσω, σαν έρθει ο Σπύρος με το φορτηγό ταχιά τη Δευτέρα, κατεβαίνω στην Αιγείρα και αγοράζω καινούρια ρόμπα, όχι, μαύρη, θα τα αχαμνύνω τα πένθιμα, χαρά έχουμε, θα αγοράσω μια με μικρά μικρά λουλουδάκια. Σε σκούρο βέβαια, αλλά με λουλουδάκια. Να μη με βρει ασυγύριστη το παιδί μου!»


Αμπελόκηποι Αχαϊας Η ζωή στο παρελθόν επισκέψεις
Επίσκεψη Μίμη Σπανού( Αυστραλία) στη μητέρα του Γιαννούλα

Στο ημίφως της κάμαρης- τη λάμπα δεν την είχε σβήσει ακόμα- το βλέμμα της πλανήθηκε ένα γύρω στα γνώριμα αντικείμενα. Ανάβλεψε στο μπρούτζινο σκαλιστό κεφαλάρι του κρεβατιού, στη ζωηρόχρωμη πάντα που στόλιζε τον τοίχο πλάι του -κορίτσι την είχε υφάνει στον αργαλειό στο πατρικό της,  τότε που ακόμα τα όνειρα δεν απέλειπαν-  στη σιφονιέρα τη γεμάτη με τα ασπρόρουχα, στο τραπεζάκι με τη ραπτομηχανή της στον τοίχο τον αντικρινό, ανάμεσα στα δύο παραθύρια, πολύτιμο απόκτημα κι αυτή, αγορασμένη με τα χρήματα που έστειλε το παιδάκι της από την ξενιτιά. Η Κατίνα της, του Χρήστου η μοναχοκόρη.

Κι έριξε το βλέμμα της στις φωτογραφίες, τις κρεμασμένες στα κάδρα τους σε ανόμοιες σειρές στον τοίχο, απέναντι από το κρεβάτι. Προσπέρασε τις άλλες βιαστικά, κάρφωσε το βλέμμα συλλογισμένο στην τέταρτη αριστερά. Η Κατίνα της την καλημέριζε από το κάδρο. Όμορφη, νέα και δροσερή. Με την καλοχτενισμένη μακριά της κοτσίδα πιασμένη στο πλάι και το όμορφο λουλουδάτο ως τη μέση της γάμπας φόρεμα, πτυχωμένο κι αέρινο γύρω από τα πόδια. Με την προσδοκία στο βλέμμα το νεανικό… Η όμορφη και καλή της Κατίνα… Τούτη η φωτογραφία ήταν η πρώτη που της έστειλε από την Αυστραλία. Το ’52. Δύο χρόνια αφότου είχε μισέψει. Προτού παντρευτεί. Και φαινόταν ευτυχισμένη η Κατίνα της. Και στη διπλανή, που τραβήχτηκε δέκα χρόνια μετά κι εκεί ευτυχισμένη φαινόταν. Οικογενειακή η φωτογραφία αυτή. Ο σύζυγος, ευθυτενής και καλοζωισμένος, τα δυο μικρά παιδιά της, καθαρά και φροντισμένα, η ίδια στο κέντρο, φωτεινή με το κομψό της ταγέρ. Και άσπρα γάντια στα χέρια! Με όμορφα τα μαλλιά, πιασμένα κότσο. Και σεμνό χαμόγελο. Και στο βάθος πίσω από τα πρόσωπα, το μακρύ αυτοκίνητο.  Χαλάλι ίσως η ξεκοπή. Ίσως…

Αυτό την τυραννούσε. Που δεν ήταν σίγουρη. Έρχονταν γράμματα. Τα είχε κρατήσει όλα. Δεμένα σε ματσάκι με ένα σπάγκο, τα φύλαγε προσεκτικά στο ντουλάπι του τοίχου. Τα έβγαζε και τα άνοιγε ένα ένα, όταν η νοσταλγία και η έγνοια την έπνιγαν. Κι όταν δεν ήταν στην κάμαρη ο Γιώργης. Αυτή δεν ήξερε να διαβάζει, η Δημητρούλα η εγγόνα της όμως ήξερε. Η γριά Δημητρώ τα είχε πια αποστηθίσει. «Έμαθα, μητέρα, τη γλώσσα-μπορώ και συνεννοούμαι καλά… Αγοράσαμε σπίτι, είναι ευρύχωρο, έχει και κήπο… Η καινούρια μου δουλειά, στο κατάστημα ρούχων δεν είναι τόσο κουραστική όσο ήταν η δουλειά  στο εστιατόριο… Η Μαιρούλα πέρασε πνευμονία αλλά πλέον είναι εντελώς κaλά… Ο Κρις τα παίρνει τα γράμματα, θέλει να σπουδάσει… Η Ντίνα του Σιμόπουλου θα έρθει το καλοκαίρι να σας δει. Θα σου στείλω χρήματα να αγοράσετε μια ραπτομηχανή…»

Κι όλα ωραία στα γράμματα. Και στις φωτογραφίες όλα ωραία. Μα είχε είκοσι τρία χρόνια να τη δει. Και να την ακούσει. Της συννυφάδας της τα παιδιά έρχονταν τακτικά, κάθε πέντε χρόνια. Η Αργυρώ της Βασίλως, που έφυγε κι ελόγου της το πενήντα, είχε έρθει ήδη τρεις φορές. Ο Πέτρος του Ακαπίστρωτου –τι παρανόμι κι αυτό- ερχόταν χρόνο παρά χρόνο. Αλλά ήταν στη Γερμανία αυτός. Η Αυστραλία λέγαν είναι πολύ μακριά.  Έστω. Μα πάλι νέοι λογισμοί την  ετριβέλιζαν. Πριν κάτι χρόνια, που είχε έρθει η Ρούλα του Κοντοθόδωρου και πήγε για να τη δει, κάτι μισόλογα της ξέφυγαν


Επίσκεψη Αλέκου Νικολουλόπουλου Γερμανία

της Ρούλας. Για τον άντρα της Νίτσας του μπαρμπα-Κώτσου, που ζούσε στην Αμερική και τον εβάλανε φυλακή γιατί τον πιάσανε να κλέβει. Κι ο άντρας της Λένως του Καρακίτσου, στην Αυστραλία, έπινε πολύ, ακουγόταν, και τη μαύριζε στο ξύλο τη Λένω τακτικά. Και  πρόπερσι που είχε έρθει ο Τάκης του γείτονά της του Κουτσαντώνη, ενώ η Κουτσαντωνιά παινευόταν σε όλο το χωριό πως ο γιος της έκαμε προκοπή μεγάλη στα ξένα και ζει σαν άρχοντας «Μην ακούς θεια, τι λένε» της κάνει, «εμένα να ρωτάς που δουλεύω δύο βάρδιες στο εργοστάσιο σαν το δούλο όλο το χρόνο και την Κυριακή πλένω αυτοκίνητα και με κοιτάνε με μισό μάτι οι Γερμανοί κι έχω τη μάνα όλο ‘στείλε, δεν έχουμε, μη μας αλησμονήσεις τώρα που καλοπερνάς’»!

Αυτά γυρίζαν στο μυαλό της Χρηστογιώργαινας και δεν ηρεμούσε. Κι αν η Κατίνα της κακόπεσε και τής  το κρύβει; Κι αν τής  κακιώνει που την έστειλε στην Αυστραλία; Το σαράντα εννιά που γύρισε από το Σύδνεϋ ο αδερφός της στα πάτρια στη Βαλιμή, τόσο πολύ τον σόκαραν οι αφηγήσεις των συγχωριανών για τα τεκταινόμενα του προηγηθέντος πολέμου, τόσο πολύ τον στενοχώρησε η φτώχια, που  κατέβηκε μια μέρα φουριόζος στα Αρφαρά σκεφτόμενος ότι το συγγενικό του χρέος ήταν να  συνδράμει με τον τρόπο του το ορφανό του Χρήστου. «Αν συμφωνήσετε, την παίρνω την Κατινούλα στην Αυστραλία» ανακοίνωσε και μούδιασε η Χρηστογιώργαινα, έχασε πέντε δέκα χτύπους η καρδιά της, πήρε ανάσα, «θα το σκεφτούμε» είπε κι άρχισε τους λογαριασμούς: Το κορίτσι είναι της παντρειάς και προίκα γι αυτήν δεν υπάρχει.  Μετά βίας ο Γιώργης θα μπορούσε να προικίσει την κοινή τους κόρη, την Αρχοντούλα. Αχαμνούλα είναι στο σουλούπι, για βαριές δουλειές δεν κάνει. Οι Προβαταίοι που τη ζήτησαν για το γιο τους τον Ανδρέα είναι θεόφτωχοι, καλύτερα να της έμενε γεροντοκόρη, τουλάχιστο ψωμί θα είχε να τρώει. Να φύγει για την πρωτεύουσα δεν ήταν μπορετό, κανένα δικό τους δεν είχαν στην πόλη. Να μάθει μια τέχνη- οι μοδίστρες έκαναν καλές δουλειές- θα ήταν μια κάποια λύση αλλά τέτοιο έξοδο δεν το σήκωνε το σπίτι. Μα πάλι να το στείλει το παιδί στην άλλη άκρη της γης;

«Αλλά σα θέλει η ίδια; να της κόψω εγώ την τύχη της;» αναρωτήθηκε η Χρηστογιώργαινα σε μια προσπάθεια να ξεπλακώσει την ψυχή της από  το ασήκωτο φορτίο της επιλογής. Και η Κατινούλα ήθελε. Μες στο ντουλάπι της σάλας ο Γιώργης φύλαγε τις καρτ ποστάλ που του έστελναν οι συγγενείς προτού τον πόλεμο. «Ευτυχισμένον το νέον έτος… Χρόνια πολλά δια την ονομαστικήν σου εορτήν». Κι έδειχναν οι κάρτες αυτές κάτι κοπέλες-οπτασίες όλο χαριτωμενιά και νάζι, ή κάτι ζεύγη πριγκιπικά, όπου ο πρίγκιπας αγκάλιαζε όλο στοργή και προστατευτικότητα τη δεσποσύνη που στην αγκάλη της κρατούσε ένα μωρό όμοιο με τα αγγελάκια του Ραφαέλο κι έλεγε μέσα της η Κατινούλα πως τέτοιες δεσποσύνες και τέτοια ζεύγη βασιλικά θα υπάρχουν σίγουρα κάπου πολύ μακριά από το χωριό κι αφού η Αυστραλία  είναι πολύ μακριά, τόσο το καλύτερο. Βέβαια όταν έγιναν τα χαρτιά της για το φευγιό, άρχισε να συνοφρυώνεται όλο και περισσότερο μέρα με τη μέρα και όταν μπήκε στο καράβι, μια εβδομάδα έκλαιγε. Αλλά η Άτροπος είχε ήδη πάρει την κατάσταση στα χέρια της…


Επίσκεψη Ανρδέα Παπούλια, αδερφού γερο Σωτήρη Αμερική Πάνω , κέντρο Ανδρέας Παπούλιας,κάτω κέντρο ο πατέρας του

Πέρασε μια δεκαετία ώσπου να κοπάσει η αφόρητη νοσταλγία της Χρηστογιώργαινας, μα σαν πέρασε, άρχισε να προσέχει πως η ζωή στα Αρφαρά έτεινε να ομαλοποιηθεί. Ο φόβος των Γερμανών ξεχάστηκε, τα αιμοσταγή τραύματα  του εμφυλίου κάπως τα επούλωσε η ανάγκη της συναισθηματικής επιβίωσης, η πείνα έγινε παρελθόν, μπομπότα κανείς πια δεν έτρωγε, τα παιδιά πέθαιναν σπάνια πλέον, τα χτήματα αβγάτιζαν, τα κεραμίδια στις στέγες διορθώνονταν στην ώρα τους, οι γυναίκες δε γεννούσαν αβοήθητες στο σπίτι,  οι άντρες στα καφενεία τις Κυριακές φορούσαν γραβάτα. Και στους αρραβώνες οι γαμπροί προσέφεραν ένα περίτεχνο κουτί ζαχαροπλαστείου γεμάτο πολύχρωμα φρουί γλασσέ. Και ο Αντρέας ο Προβατάς έκαμε προκοπή στην Αθήνα, το μαυροκαρκανιασμένο μούτρο του από τον ήλιο του Βελαϊτικου βουνού, όπου έβοσκε τα πρόβατα, ήρθε και ξεμαύρισε. Η Χρηστογιώργαινα δαγκωνόταν. «Σάματις, αν του το είχα δώσει το παιδάκι μου, άσχημα θα ήταν; Και θα το ‘βλεπα. Μα και στα ξένα δεν αδικήθηκε», έλεγε αμέσως μετά να παρηγορηθεί. Και σε ένα δευτερόλεπτο: «Αν ήταν καλά τάχατες, δε θα ερχότανε; Γιατί δεν έρχεται, τι  να μου κρύβει»;

Μα τώρα τέλος όλα αυτά. Θα ερχόταν η Κατίνα της. Θα έβλεπε με τα μάτια της την προκοπή της, την ευτυχία της. Και η ψυχή της θα γαλήνευε. Καιρός ήταν. Γέρασε πια η Δημητρώ. Τουλάχιστο, σαν ερχόταν η ώρα της, να φύγει ησυχασμένη… Και πήγε να σκαλίσει το περιβόλι. Αφοσιώθηκε ευχαριστημένη στη δουλειά της. Και ούτε πρόσεχε την κίνηση του δρόμου. Ο Λιας καβάλα μονόπαντα στο γαϊδούρι του γύριζε ήδη από τα αμπέλια, τα δυο μικρότερα αγόρια της Τάσαινας έτρεχαν ξεφωνίζοντας πίσω από το τσέρκι, στη βρύση στα Κουραίϊκα η Ελένη κι η Βιτώρια κοπανούσαν τις κουρελούδες. Δεν έδωσε σημασία. Ονειρευόταν σκάβοντας μηχανικά. «Θα φτιάξουμε και παντεσπάνι. Με εικοσιπέντε αβγά. Θα…»


Αυστραλία, Κατερίνα Σπανού και σύζυγος, Παναγιώτης Σπανός και σύζυγος, Αγγελική Σπανού και σύζυγος

Έτσι δεν πρόσεξε που πέρασε ο ταχυδρόμος. Το μεσημέρι που πήγε σπίτι, της έδωσε το γράμμα η Δημητρούλα. Το κράτησε στο χέρι της ώρα πολλή. Ένιωθε σφίξιμο. Και φόβο. Το περιεργάστηκε, άνοιξε αργά το φάκελο. Χάιδεψε τα γράμματα του παιδιού της. Έτεινε τη γραφή στο εγγόνι. Κι εκείνο διάβασε συλλαβιστά; «Σεβαστοί μου γονείς, αγαπημένε αδερφέ και νύφη, υγιαίνετε! […] Δε θα μπορέσω να έρθω αυτό το καλοκαίρι… Λυπάμαι πολύ μητέρα! Μη στενοχωριέσαι. Κάνε υπομονή. Του χρόνου ίσως…»

«Εντάξει Δημητρούλα, το υπόλοιπο το διαβάζεις αύριο». Και πήγε να κλάψει μόνη της στο κατώι. Το είχε καταλάβει αυτή « Η Κατινούλα της τής  είχε κακιώσει. Που την έστειλε στα ξένα. Μόνη αυτή από τα τέσσερα παιδιά της… Που την ξεχώρισε. Αυτήν, την ορφανή κόρη του Χρήστου… την έστειλε στην πέρα άκρη της γης…»

Στην πέρα άκρη της γης η Κατίνα κακιωμένη δεν ήταν! Ούτε τότε, ούτε ποτέ! Παντρεμένη με ένα τζογαδόρο ήταν. Που έχασε το μήνα εκείνο στην τσόχα όλες τους τις οικονομίες. Μαζί και τα τέσσερα εισιτήρια. Και άλλα χρήματα για να έρθει δεν υπήρχαν. Ούτε και διάθεση. Μηδέ κουράγιο να προσποιηθεί την ευτυχήσασα.

Στη δώθε άκρη της γης η Χρηστογιώργαινα δεν την αγόρασε τη λουλουδάτη εκείνη ρόμπα που επιθύμησε. Το σκυμμένο σουλούπι της έμεινε να περιφέρεται μηχανικά σφιγμένο μέσα στην άχαρη, ρεμμένη,  ξεθωριασμένη από τα αμέτρητα πλυσίματα, πένθιμη, παραιτημένη της ρόμπα.

Αμπελόκηποι Αχαϊας Η ζωή στο παρελθόν επισκέψεις 5

Σύνταξη: Σοφία Αποστολοπούλου

Υπέρ πατρίδος πεσόντες

«Ο συμπολίτης αυτών […]ευγνωμονών ανατίθησι» αναγράφεται στο ηρώο του χωριού μας, που κατασκευάστηκε με ιδιωτική δαπάνη το 1924 προς τιμή των παλικαριών και των δύο χωριών (Αρφαρών και Βερσοβάς) που έπεσαν υπέρ πατρίδος, είτε στους βαλκανικούς πολέμους  το 1912- 13, είτε  στη μικρασιατική εκστρατεία το 1919-22.

Στη μια πλευρά της στήλης αναγράφονται οι πεσόντες των Αρφαρών: Δεκαεννέα στρατευμένοι νέοι. Σύμφωνα με τα αναγραφόμενα ονόματα στο ηρώο, τα στοιχεία που διαθέτει το Αρχείο του Γενικού Επιτελείου Στρατού και όσες πληροφορίες μπόρεσαν να καταθέσουν οι απόγονοί τους, τα παλικάρια αυτά είναι:

Μικρασιατική εκστρατεία (1919-22)
  • Μουστερής Νικόλαος του Αργυρίου. Υπηρέτησε στο  34ο Σύνταγμα Πεζικού. Έπεσε το Μάρτιο του ’20,  1/3/1920 στο  Ακ-Μπουνάρ.
  • Τομαράς Κωνσταντίνος του Ιωάννη και της Μαρίας. Τιμής ένεκεν έναν αιώνα μετά το όνομά του διαιωνίζεται στους πλάγιους απογόνους του. Γεννήθηκε περί το 1895.(Το πατρικό του σώζεται). Έλαβε μέρος μαζί με το δίδυμο αδερφό του Παναγή στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919 – 1922). Ο Κωσταντής, όπως τον φώναζαν,  τραυματίστηκε θανάσιμα.  Ημερομηνία θανάτου 1/12/1920.  Τόπος θανάτου Στρατιωτικό Νοσοκομείο  Μπαλού-Κεσέρ.
  • Λίβας Ιωάννης του Γεωργίου. Σκοτώθηκε το Μάρτιο του ’21. Ημερομηνία θανάτου 1/3/1921. Τόπος θανάτου Εσκί Σεχίρ.
  • Λιάπης Ιωάννης; του Π.(Τα στοιχεία δεν έχουν συμπληρωθεί στους στρατιωτικούς καταλόγους). Σκοτώθηκε λίγους μήνες αργότερα. Ημερομηνία θανάτου 8/8/1921.
  • Λίβας Ιωάννης του Σωτηρίου. Έπεσε τέσσερις μέρες μετά το Λιάπη. Ημερομηνία θανάτου 12/8/1921.
  • Παπαγιαννόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη. Ημερομηνία θανάτου 16/8/1921. Τόπος θανάτου Καλέ-Γκρότο. Ο τρίτος θάνατος στρατιώτη του

χωριού μέσα στον ίδιο μήνα…

  • Νικολόπουλος Νικόλαος του Τιμολέοντος. Σκοτώθηκε το « μαύρο Αύγουστο», όπως ονομάστηκε, γιατί στο τέλος του το ελληνικό μέτωπο έσπασε και άρχισε η άτακτη υποχώρηση του στρατού. Ημερομηνία θανάτου 1/8/1922.
  • Τομαράς Αθανάσιος του Βασιλείου. Έπεσε κι αυτός προς το τέλος της μικρασιατικής εκστρατείας, την ίδια μέρα με το Νικολόπουλο… Ημερομηνία θανάτου1/8/1922.Τόπος θανάτου Τουλού-Μπουνάρ.
  • Τομαράς Σπήλιος του Ανδρέα και της Χαρίκλειας. Αδερφός του Αποστόλη, που έμεινε εν συνεχεία στο χωριό. Γεννήθηκε λίγο πριν το 1900 και σκοτώθηκε στη μικρασιατική εκστρατεία σε άγνωστη ημερομηνία και σημείο.
  • Γκολφινόπουλος Α. Σ. Η αναζήτηση δεν επέφερε περισσότερα αποτελέσματα.
  • Κολοκούρης Π.Γ Η αναζήτηση δεν επέφερε περισσότερα αποτελέσματα.
  • Παπούλιας Α.Ν Η αναζήτηση δεν επέφερε περισσότερα αποτελέσματα.
  • Οικονομόπουλος Μιχαήλ του Παναγιώτη. Έπεσε κι αυτός κατά τη μικρασιατική καταστροφή. Ημερομηνία και τόπος θανάτου άγνωστα.
Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-13)
  • Αργυρόπουλος Νικόλαος του Α.  Έπεσε στον πρώτο βαλκανικό πόλεμο, την 1/1/13.
  • Κανελλόπουλος Αντώνιος. Σύμφωνα με τα στρατιωτικά αρχεία έπεσε κι αυτός την ίδια μέρα με τον Αργυρόπουλο. Ημερομηνία θανάτου 1/1/1913. Τόπος θανάτου Χαμτζαλή.
  • Μιχαλακόπουλος Μιχαήλ του Χριστοδούλου. Ημερομηνία θανάτου: 1/7/1913, πρώτος βαλκανικός επίσης. Τόπος θανάτου άγνωστος.
  • Αναστασίου Λεωνίδας του Σωτήρη. Τραυματίστηκε θανάσιμα στους Βαλκανικούς. Στο χωριό δεν έμεινα άλλοι άρρενες απόγονοι της οικογένειας και το όνομα χάθηκε. Η αδερφή του είχε παντρευτεί το Φίλλιπο Γιαννόπουλο.
  • Γεώργιος Κουρής του Κωνσταντίνου και της Καλλιόπης. Για το παλικάρι αυτό η προφορική παράδοση της οικογένειας σώζει ενδιαφέρουσες πληροφορίες: Γεννήθηκε στα Αρφαρά το έτος 1890 (το πατρικό του σώζεται) και το 1910 σε ηλικία είκοσι ετών μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη. Τον υποδέχτηκε εκεί ο επίσης μετανάστης από τριετίας, αδερφός του Νικόλαος Κουρής. Τέλη του 1912 με την έκρηξη του Α΄ Βαλκανικού πολέμου ανταποκρίθηκε στο εθνικό κάλεσμα και επέστρεψε στην Ελλάδα προκειμένου να πολεμήσει για την πατρίδα. Ας ήταν φευγάτος ήδη δύο χρόνια! Ας είχε υποφέρει τη διαδικασία μιας επίπονης προσαρμογής στην Αμερική! Κατατάχτηκε στον ελληνικό στρατό ως οπλίτης. Πολέμησε και στους δύο Βαλκανικούς. Ημερομηνία θανάτου 1-6-13. Τόπος θανάτου Κιλκίς. Ηλικία: μόλις εικοσιτριών. Τα νέα έφθασαν στο χωριό ανήμερα των αγίων Αναργύρων. Στο πανηγύρι. Την άλλη χρονιά ο αδερφός του Πανάγος βάφτισε το νεότερο παιδί του Γεώργιο...
  • Αποστολόπουλος Νικόλαος του Κανέλλου και της Παναγιώτας, ο μεγαλύτερος αδερφός του μπαρμπα- Σωτήρη που θυμόμαστε. Γεννήθηκε  το 1889 (Το πατρικό του σώζεται). Τραυματίστηκε θανάσιμα στο δεύτερο βαλκανικό και πέθανε στις  26/7/1913  στο  Δ’ Στρατιωτικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Τραγική ειρωνεία: ο πόλεμος είχε ήδη λήξει.
  •  

Απολογισμός: Μεγάλο φόρο αίματος  για την εδαφική αποκατάσταση της πατρίδας πλήρωσαν τα χωριά μας (η γειτονική Βερσοβά έχει ανάλογη ιστορία). Κι εκτός φυσικά αυτών που δε γύρισαν, ήταν πολλοί και οι νέοι που στρατεύτηκαν και κατάφεραν να επιστρέψουν ζωντανοί, μετά από μύριες κακουχίες και επώδυνα βιώματα. Γι’ αυτούς η Ελλάδα στη σημερινή της έκταση δεν ήταν δεδομένο. Ζητούμενο ήταν. Που με πίστη προσέφεραν στο βωμό του το σφρίγος της νιότης τους. Εξ’ ου και το «ευγνωμονών ανατίθησι» που   ίσως πρέπει στη σκέψη μας να το μετατρέψουμε σε «ευγνωμονούντες ανατίθεμεν».

Αμπελόκηποι Αχαϊας πεσόντες Βαλκανικών Πολέμων
Απόσπασμα αναμνήσεων
Ο ΘΕΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ

(Μαρία Αποστολοπούλου)

 Αφιερωμένο στη μνήμη της γιαγιάς Παναγιώτας, μητέρας του πατέρα μου, και του θείου Νικόλα Αποστολόπουλου, του μεγαλύτερου αδερφού του πατέρα μου, που σκοτώθηκε στη Μακεδονία κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Ιούλιο του 1913.

Στον κήπο η γιαγιά Παναγιώτα σκάλιζε τις ντομάτες της. Κι όλο σκεπτόταν. Όλο για πόλεμο άκουγε, για Βουλγάρους και σύνορα κι έτρεμε το φυλλοκάρδι της. Κάποτε μιλούσε μόνη της… δυνατά. “Τώρα ποιοι να ‘ναι αυτοί οι Βούργαροι; Να ‘ναι άγριοι και μοβόροι σαν τους Τούρκους; Τι γυρεύουν; Και τα σύνορα να ‘ναι μακριά;” Κι όλο σκάλιζε προσεκτικά τις ντομάτες. Τέλειωσε το σκάλισμα χωρίς ανάσα. Ήταν αναστατωμένη. Σηκώθηκε όρθια και κοίταξε τον ουρανό. Τόσος ήταν ο κόσμος της, όσος ο ουρανός που έβλεπε. “Κατά πού να πέφτει η Μακεδονία -εκεί είναι ο πόλεμος- κατά κει που βγαίνει ο ήλιος ή κατά κει που βασιλεύει;”

Ο Νικόλας της είχε φύγει για τον πόλεμο. “ Θε μου, τι μαχαιριά και τούτη. Έφυγε και ο Γιώργης του Πανάγου κι ο Αντώνης της Τάσαινας. Τρεις συγχωριανοί. Να λένε καμιά κουβέντα…’’  Η γιαγιά έκλαψε τότε νύχτες ολόκληρες, χωρίς να κλείσει μάτι.

Την ώρα που τον ξεπροβόδισε μπήκε μέσα κι ίσια στο παράθυρο να προλάβει να τον δει για μια ακόμη φορά. Μόλις που τον πρόλαβε στη στροφή. Σύρθηκε για λίγο η σκιά του στο δρόμο, μέχρι που χάθηκε. Εκεί στην καρέκλα είχε μείνει η ζακέτα του. Μόνη της την είχε πλέξει και την είχε βάψει καφετιά σαν τα μάτια του. Την πήρε, την αγκάλιασε και τη φίλησε πολλές φορές. “Θα σου τη μοσκοπλύνω, Νικόλα μου, και θα σου τη φυλάξω στο μπαούλο με τα καλά. Θα της βάλω και κλαράκια δάφνη. Μη μας τη φάει ο σκόρος. Να τη βρεις με το καλό, όταν γυρίσεις, μοσκοβολημένη. Πίσω θα ρημάξει ο τόπος…. Αλλά τι λέω η κακομοίρα…Το παιδί μου να γυρίσει με το καλό… κι όλοι οι στρατιώτες γεροί στα σπίτια τους.” Όταν τον αποχαιρετούσε, δεν εύρισκε λέξη να πει. Με πολύ κόπο ψέλλισε: “Οι Άγιοι ( Α)νάργυροι, που είναι γιατροί, βοήθειά σου, παλληκάρι μου.” Κραπ! Η εξώπορτα έκλεισε. Ο Νικόλας έμεινε απ’ έξω. Τον πήρε ο πόλεμος.

Κάποτε ο πόλεμος τελείωσε. Ο Νικόλας όμως δε γύρισε. Μετά της είπαν πως ο Νικόλας της “έπεσε υπέρ πατρίδος.” Και πάλι δεν κατάλαβε. “Και στην κορυφή του βουνού να βρισκόταν ο Νικόλας μου, θα εύρισκε τρόπο να γυρίσει,” σκέφτηκε.

Το 1924 έστησαν στο χώρο του σχολείου μνημείο και χάραξαν επάνω τα ονόματα των πεσόντων στους πολέμους. “Είναι και ο Νικόλας μας εκεί, μάννα,” της είπε ο Σωτήρης… Δεν καταλάβαινε η γιαγιά τι σημαίνουν αυτά. Ούτε ρώτησε. Ξεκίνησε να πάει μόνη της να δει με τα ίδια της τα μάτια. Και πήγε. Βρέθηκε μπροστά σε μια άσπρη μαρμάρινη στήλη με χαραγμένα επάνω της γράμματα. Τι να έγραφαν τάχα; Στεκόταν ακίνητη και κοίταζε, μέχρι που μια φωνή από πίσω την ξάφνιασε.

– Ε, θεια, έχεις κανέναν δικό σου εδώ γραμμένον;

-Διάβασε, παιδάκι μου, αν ξέρεις, τι λένε αυτά.

Ο άλλος άρχιζε να διαβάζει, και η γιαγιά να μετράει από μέσα της ένα-ένα τα γραμμένα ονόματα.

-Ένα, δύο, τρία… έντεκα, δώδεκα, δεκατρία, δεκατέσσερα…

-Νικόλαος Αποστολόπουλος.

Τώρα η γιαγιά κατάλαβε…

Από τότε, κάθε χρόνο, στη γιορτή του Ευαγγελισμού, που γινόταν στο μνημείο τρισάγιο και προσκλητήριο πεσόντων, πήγαινε εκεί από νωρίς κι έκαιγε λιβάνι. Κάρφωνε τα μάτια της στη μαρμάρινη στήλη και περίμενε. Όταν άρχιζαν να διαβάζουν τα ονόματα, μετρούσε κι εκείνη από μέσα της, ένα, δύο, τρία… έντεκα, δώδεκα, δεκατρία, δεκατέσσερα… Μόλις άκουγε το όνομα του Νικόλα της έφευγε… χρόνια και χρόνια… πάντα σκυφτή…

Κι απόμεινε από το  θείο Νικόλα μια αράδα στο μνημείο των πεσόντων στ’ Αρφαρά, μια ταπεινή φωτογραφία του δίπλα στα εικονίσματα και η θύμηση.…